Tι είναι χειρότερο, να είσαι μόνος σε ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και με μια ξύλινη μισοσπασμένη καρέκλα όπου περιμένεις αυτό που δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι ή να περιμένεις να περάσεις τη διάβαση σε μια λεωφόρο το μεσημέρι, την ώρα που ο κόσμος σχολά από την δουλειά του και γύρω σου γίνεται χαμός, ο ήλιος σε χτυπά κατακόρυφα ενώ συνέχεια ανάβει το φανάρι για να περάσεις απέναντι αλλά εσύ μένεις κολλημένος εκεί, στην άκρη του πεζοδρομίου, σαν να έχουν κολλήσει τα πόδια σου στο πάτωμα;
Όλοι oι άλλοι γύρω περνούν δίπλα σου αδιάφοροι και ενώ εσύ ζητάς απεγνωσμένα βοήθεια κυριευμένος από πανικό απλώς σε προσπερνούν σαν να μην υπάρχεις, σαν να μην είσαι εκεί, σε σκουντούν και σε πατούν αλλά κάνεις δε γυρίζει καν να κοιτάξει το εμπόδιο στο οποίο σκόνταψε. Πως νιώθεις, σαν γίγαντας σε μια χώρα νάνων ή σαν νάνος σε μια χώρα γιγάντων;










