Φωνάζει «βοήθεια πονάω!» ή σφίγγει τα δόντια, φυλακίζοντας μυστικά.
Η πληγή μου είναι στόμα διότι διαθέτει τη γλώσσα για να γλύψει τις πληγές των άλλων ή τη πρόθεση να δαγκώσει μεταδίδοντας το πονο της. Εφευρίσκει λέξεις κατακόκκινες, ολοζώντανες σαν αίμα. Άλλωτε βογκητά, μουγκρητά ή προσευχές.
Η πληγή μου είναι στόμα διότι διαθέτει τη γλώσσα για να γλύψει τις πληγές των άλλων ή τη πρόθεση να δαγκώσει μεταδίδοντας το πονο της. Εφευρίσκει λέξεις κατακόκκινες, ολοζώντανες σαν αίμα. Άλλωτε βογκητά, μουγκρητά ή προσευχές.
Η πληγή μου είναι μια μύτη.
Μυρίζεται το κίνδυνο από μακριά. Επιτρέπει στο κόσμο να τρυπώσει στο εσωτερικό, εισπνέοντας το αρωμα του. Μεγαλώνει με τα ψέματα. Διασθάνεται την αλήθεια.
Η πληγή μου είναι ένα μάτι που κοιτάζει έξω και ένα άλλο που βλέπει μέσα. Εστιάζοντας με την ανθρώπινη μυωπία μου, στη θολή επιφάνεια των αναμνήσεων. Στα είδωλα των προγόνων που κατοικούν πίσω από τα βλέφαρα. Στα τοπία της καθημερινότητας που αναζητούν μαρτυρία στο μαρτύριο και τη χαρά τους.
Και μ’ ολα αυτά, μήπως τελικά η πληγή μου, είναι το πρόσωπο μου; Και να ναι, ποιο από τα δύο; Εκείνο που χαμογελά στο φως του ήλιου ή εκείνο που κρύβεται πίσω από τις παρηγορητικές μου παλάμες- το σκαμένο από τις γκριμάτσες του πόνου;







