Pulse of love 10/12/2013

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Ο Χριστός μας εδώ είναι. Όχι στα κομποσκοίνια και στο μικρόκοσμό μας....

O Ιωσήφ, η Μαρία, το παιδί τους και η άγνοια
Δεν ξέρω γιατί καταντήσαμε έτσι. Γιατί ξεχάσαμε πώς είναι απλώς να συμπονάς αντί να φοβάσαι...

Ο Χριστός σας εδώ είναι. Όχι στα κομποσκοίνια, τα κόκαλα, τα πασαλείμματα και στο μικρόκοσμό σας. Eκεί όπου βράζετε αδιάκοπα και αδαείς από επιλογή.

Κοιτάζω τη φωτογραφία. Ένα ζευγάρι προσφύγων με το βρέφος τους, απελπισμένοι.

Ζουν εδώ και μερικά 24ωρα χωρίς ηλεκτρισμό και νερό. Τώρα είναι και χωρίς στέγη.

Ένας άντρας, μια γυναίκα, ένα βρέφος. 
Πλήρωναν το νοίκι και τις υποχρεώσεις τους αλλά αυτοί που αγόρασαν το παράπηγμα πια, εκεί στις γειτονιές που μεγάλωσα, τους έδωσαν οκτώ μέρες διορία για να φύγουν. Και τους πέταξαν έξω.


Δεν πιστεύω στον Θεό. Αλλά εσείς που πιστεύετε, εσείς ειδικά θέλω να τη δείτε μαζί μου. Να τη δείτε και να μου πείτε τι σας θυμίζει. Ένα ζευγάρι προσφύγων απελπισμένο με ένα βρέφος στην αγκαλιά. Και εάν κάποιοι δυσκολεύεστε, πείτε μου σε τι διαφέρει αυτό από την ιστορία του Ιωσήφ, της Μαρίας και του δικού τους βρέφους που ετοιμάζεστε να γιορτάσετε. Ένα ζευγάρι Εβραίων προσφύγων δεν ήταν;

Κοιτάζω τη φωτογραφία. Αυτήν την ανέβασε η Αγγέλα, μια φίλη στο facebook αλλά έχω δει κι άλλες πριν.

Όλα ξεκίνησαν από ένα ρεπορτάζ που έκανε μια εξαίρετη συνάδελφος και φίλη –ήταν εδώ μαζί μας κάποτε στον «Π»– η Αθηνά Τυρίμου η οποία μας θύμισε τις προάλλες τι σημαίνει καλή τηλεόραση, δημοσιοποιώντας το θέμα αυτό. Με όλες τις θέσεις κιόλας.

Έχω διαβάσει και σχόλια. Πολλά σχόλια. Και έχω θυμώσει πολύ. Όχι τόσο για το πώς καταλήξαμε σ’ αυτό το νησί, αυτό πια το έχω εμπεδώσει και προσπαθώ να το σκέφτομαι όσο λιγότερο μπορώ, ούτε για την ευκολία με την οποία η ανοησία και η σκατοψυχιά γίνονται παντιέρες μέρα νύχτα.

Θυμώνω με την άγνοια. Με την άγνοια όλων αυτών που δεν ξέρουν, γιατί επέλεξαν να μην ξέρουν. Που δεν μαθαίνουν γιατί επέλεξαν να μην μάθουν. Και των άλλων που ξέρουν ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα αλλά συνεχίζουν να λένε τα ψέματα και να σκοτώνουν την αλήθεια.

Τα επιδόματα των προσφύγων δεν είναι «παχουλά» (sic), όπως γράφουν πολλοί από κάτω. Ούτε παχυλά, όπως είναι η σωστή λέξη. Τα επιδόματα των προσφύγων τούς βοηθούν να κρατηθούν στα όρια της επιβίωσης και μόνο. Κυριολεκτικά εκεί όμως.

ΚΑΝΕΝΑΣ πρόσφυγας δεν παίρνει κάτι περισσότερο από το όριο του ΕΕΕ που παίρνουν και οι Κύπριοι πολίτες. Και αυτό μόνο όταν αναγνωριστεί ως τέτοιος. Και αναγνωρίζεται ως τέτοιος μέσα από διαδικασίες συγκεκριμένες στη βάση διεθνών συμβάσεων που έχουμε υπογράψει και οφείλουμε να τιμούμε ως κοινωνία, όπως και τόσα άλλα κράτη τίμησαν την εποχή που εμείς ως πρόσφυγες και κατά χιλιάδες χτυπούσαμε την πόρτα τους.

Αλλά αυτό το ξεχάσαμε. Οι πρόσφυγες είναι μάλιστα σε πολύ χειρότερη μοίρα από τους Κύπριους λήπτες του ΕΕΕ... Γιατί είναι συχνά αναγκασμένοι να περιμένουν καιρό χωρίς να λαμβάνουν ούτε καν αυτά, λόγω γραφειοκρατίας. Και διότι ζουν σε μια ξένη χώρα χωρίς συγγενείς και φίλους, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων και συνήθως ξεχωρίζουν κιόλας στο πλήθος.

Αλλά και επειδή, αυτό που παίρνουν είναι σε κάποιες κατηγορίες σε μορφή κουπονιών τα οποία εξαργυρώνονται σε συγκεκριμένα mini markets πολύ ακριβότερα σε μια ήδη ακριβή για όλους μας χώρα.

Και όχι μόνο ακριβότερα κατά πολύ και σε απόσταση που δεν διανύεται πεζή αλλά συχνά και χωρίς βασικά πράγματα τα οποία χρειάζονται.

Πόσοι άραγε θυμούνται –ή πόσοι έμαθαν…;– την ιστορία με την πρόσφυγα από τη Συρία η οποία ζήτησε από ένα τέτοιο κατάστημα γάλα για το βρέφος της, δεν υπήρχε και της έδωσαν «κάτι παρόμοιο» το οποίο όμως δεν ήταν κατάλληλο για βρέφη, με το παιδάκι να καταλήξει διασωληνωμένο στην εντατική;

Κοιτάζω και πάλι τη φωτογραφία. Και τα σχόλια. 
Ντρέπομαι να ζω σε μια τέτοια χώρα. Ντρέπομαι. Και θυμάμαι πως και μετά το 1974, αυτό τον ρατσισμό τον είχαμε ζήσει και εμείς, ως πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα. Από αυτά τα ίδια μυαλά. Σε πολύ μικρότερο βαθμό όμως. Τον είχαν ζήσει και οι Λιβανέζοι που ήρθαν πρόσφυγες έναν χρόνο μετά.

Ίσως γιατί τότε οι άνθρωποι, αν και είχαν πολύ λιγότερα, απασχολούσαν το μυαλό τους με άλλα πράγματα. Λιγότερο τοξικά. Δεν είχαν απωθεί, δεν νόμιζαν πως ο κόσμος ολόκληρος και οι άλλοι γύρω τους κάτι τους χρωστούν και τους χρωστούν μόνιμα.

Και σίγουρα γιατί οι άλλοι γύρω τους δεν σιωπούσαν. Αντιδρούσαν. Μετείχαν. Και συχνά, βοηθούσαν όπως μπορούσαν.

Ποτέ δεν πίστευα ότι θα καταντούσαμε έτσι μεγαλώνοντας, το ομολογώ. Ειδικά εμείς. Ειδικά εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου που υποδεχόμασταν συμμαθητές μας, η δεύτερη φουρνιά των προσφύγων να έρχονται από την Καρπασία αφήνοντας πίσω τους γονιούς τους, συχνά χωρίς να έχουν καν παπούτσια για τον χειμώνα, με τα συσσίτια των απόρων και την «άλλη ουρά» στην καντίνα.

Δεν ξέρω γιατί καταντήσαμε έτσι.

Γιατί ξεχάσαμε πώς είναι απλώς να συμπονάς αντί να φοβάσαι –και να φοβάσαι τι;– όταν βλέπεις αυτή τη δυστυχία.

Ξέρω όμως πως δεν πρέπει να απελπιζόμαστε. Και πως δεν πρέπει να σιωπούν εκείνοι που το κάνουν μπροστά στο μίσος και την αδιαφορία των άλλων. Και πως εσείς που πιστεύετε, αντί να μαζεύετε κομποσκοίνια και εικονίτσες κλεισμένοι στον μικρόκοσμό σας, ίσως θα πρέπει να σκεφτείτε πως εδώ είναι ο Χριστός σας.

Με τέτοια σας κρίνει, όχι με μπιχλιμπίδια, κόκαλα και πασαλείμματα.

Αν τον πιστεύω; Όχι φυσικά. Αλλά όπως σε κάθε τέτοιο μύθο, διακρίνω την ομορφιά της αλληγορίας.

Και προσπαθώ κάτι να κερδίσω. Κάνει καλό νομίζω. Εσείς;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 


Πηγή: http://politis.com.cy/