Pulse of love 10/12/2013

Βιβλία: Το μονοπάτι της Γνώσης

Αφιερωμένο σε όσους αφήνουν τη γλώσσα της καρδιάς να μιλάει στο μυαλό τους.
δέσποινα παλαμάρη



 Η αρχή
Νύχτα μαβιά χωρίς αστρί του πόνου σπέρμα εχύθη
στις συμπληγάδες πέτρες μου εσκόρπισε την λήθη
γίνηκε ο πόνος οδηγός ξεμάκρυνε τη στράτα
του ονείρου την περπατησιά σε άλλα μονοπάτια

κι εγώ θωρρώ τα λάθη μου, και τα αμαρτήματα μου
μέσα σε παραλήρημα κοιτάζω την καρδιά μου
μάθε μου λέει ν’ αγαπάς να δίνεις και να παίρνεις
στον ίδιο σου τον εαυτό συγχώρεση να φέρνεις

τι θέλει τώρα σκέφτηκα και συμβουλές μου δίνει
δεν βλέπει ότι πονάω πολύ μες του μυαλού τη δίνη



Η συνάντηση με την Κυρά
Ξάφνου εκεί πιο μακριά 
μέσα από φαντασία
προβάλλει από την σκιά 
άυλη οπτασία
επιβλητική, αέρινη 
και στα λευκά ντυμένη
τα μαλλιά της χρυσαφιά 
μέσα στο φως λουσμένη

κινείτο σαν αερικό 
κυλώντας εις το χώμα
σε κάθε της χαμόγελο 
φύτρωνε ανεμώνα
κοιτώ ζερβά, κοιτώ δεξιά ψάχνοντας να ξεφύγω
του φόβου τα ξυπνήματα θέλοντας να αποφύγω

μα η αέρινη κυρά εστάθηκε εμπρός μου
μέσα στα μάτια κοίταξε την προίκα και το βιος μου
ήταν πολλά τα κρίματα και τ’ αμαρτήματα μου
κι αυτή μεμιάς τα έμαθε μέσα από τη ματιά μου

μου χαμογέλασε γλυκά και με φωνή ουράνια
με άγγιξε και μου δώσε μια σκέψη πιο καθάρια
ο φόβος πέταξε μακριά γέμισα ηρεμία
παντού γύρω ακούγονταν ουράνια μελωδία

«ήρθε ο χρόνος ο σωστός» την άκουσα να λέει
«ταξίδι μακρινό θα πας σε άλλης χώρας μέρη»
«τον γέρο ψάξε του βουνού και ρώτα απ’ την ψυχή σου
το ουράνιο τόξο αν μπορεί να είναι η αμοιβή σου»

και πριν τελειώσει ο λόγος της κοίταξε προς τ’ αστέρια
τρία σακούλια μαγικά μου γέμισαν τα χέρια
«με σεβασμό και σύνεση τα δώρα να ανοίξεις
σαν έρθει η δύσκολη στιγμή να μην εγκαταλείψεις

κι αν περιέργεια θολή στο διάβα σου γεμίσεις
κανένα από τα δώρα μου δεν πρέπει να ανοίξεις
θα γίνουν χώμα και νερό όταν δεν θα ’ναι η ώρα
και συ θα ’σαι στον κίνδυνο με φόβο κι ανημπόρια»

αυτά μου είπε η κυρά και πριν το καταλάβω
μου ρίξε αστερόσκονη τον χρόνο να προλάβω
σε ονειροστράτα βρέθηκα στο αιώνιο του χρόνου
να στέκω μες τη μοναξιά στα όρια του πόνου

«το γέρο ψάξε του βουνού» άκουσα τη φωνή της
μα κι έναν ήχο απόκοσμο  που ’ταν απόκριση της
άρχισα να περπατώ στον άγνωστο τον τόπο
κι ήταν τα βήματα βαριά γεμάτα από φόβο

γύρω υπήρχε σκοτεινιά αντάρα και ομίχλη
κι ο ήχος ο απόκοσμος  άπλωνε σαν το δίχτυ
με κύκλωνε κι έκανε το σώμα μου να τρέμει
και του μυαλού την λογική απρόσμενα να θέλει

τότε σκέφτηκα μεμιάς εδώ έχω τα δώρα
μα πάλι συγκρατήθηκα, μήπως δεν ήταν ώρα;
«προχώρα και μην στέκεσαι  να βρεις το μονοπάτι»
είπε η γλυκιά φωνή από του νου τα βάθη

ένιωσα τότε σιγουριά και μια ανατριχίλα
το σώμα διαπέρασε και της καρδιάς τα φύλλα
με θάρρος και με δύναμη που ξαφνικά γεννήθη
ανδρειώθηκα, προχώρησα και βγήκα απ’ την ομίχλη


Το μονοπάτι της γνώσης
βραχώδες κι άγριο βουνό 
βρισκότανε μπροστά μου
και μονοπάτι δύσβατο 
ήταν το κάλεσμα μου
μέριαζα πέτρες να διαβώ λιθάρια να περάσω
με κόπο και μ’ αποθυμιά στην κορυφή να φτάσω

«οι πέτρες ειν’ τα βάσανα και τα λιθάρια λάθη
αυτά που έχεις στη ζωή μες του μυαλού τα βάθη»
ακούω και γυρνώ δεξιά και βλέπω ένα κοτσύφι
που ’χε ανθρώπινη ματιά και φουσκωμένα στήθη

τότε σκέφτηκα μεμιάς χάνω τα λογικά μου,
πουλί ανθρώπινα μιλά κι είναι εδώ μπροστά μου
«μην απορείς και μην ρωτάς, τι έχει η μέρα στρώσει,
γίνονται θαύματα πολλά στο δρόμο για την γνώση

το μονοπάτι που πατάς αλήθεια μόνο δείχνει
και οδηγεί στη σιωπή το μαύρο πέπλο ρίχνει
για να ’χεις βλέμμα καθαρό να αλλάξει η ακοή σου
το να κυττάς και το ν’ ακούς  θα είναι η αμοιβή σου
αν όλα αυτά φαντάζουνε περίεργα στο μυαλό σου
στο δρόμο αυτόν το δύσκολο θα γίνω οδηγός σου»
το τι λέει κι εννοεί μπορώ να καταλάβω
παίρνω τον κότσυφα οδηγό τον χρόνο να προλάβω

και μόλις το εσκέφτηκα άνοιξε τα φτερά του
πέταγμα κάνει χαμηλό κι λέει με τη λαλιά του
«δώσε όνομα ευθύς στον πόνο και στα λάθη
καθάρισε το παρελθόν απ’ τα δικά σου πάθη»

τα λάθη μου θυμήθηκα κι όλα τα βάσανα μου
τους λίθους ονομάτισα μες απ’ τα κρίματα μου
τις πέτρες άρπαξα μεμιάς πετούσα με μανία
καθάριζα το παρελθόν, ήθελα ηρεμία

τι άγχος, τι προσπάθεια τι πανικός και κόπος,
αργότερα εκατάλαβα άλλος ήταν ο τρόπος
τα λάθη μου αγάπησα κι όλα τα κρίματα μου
τ’ αποχαιρέτησα γλυκά και φύγαν μακριά μου

το μονοπάτι άλλαξε λουλούδιασε τριγύρω
εμένα άρωμα άγγιξε μ’ ευωδιασμένο κρίνο
τα χρώματα ήταν λαμπρά χορεύαν μες το βλέμμα
και μια πλανεύτρα μυρωδιά γεννιόταν στον αέρα

το κοτσύφι εγέλασε και φυσικό μου εφάνει
όλα κυλούσαν ομαλά και δεν υπήρχε πλάνη
«ευαισθησία γέμισες άνοιξες την καρδιά σου
γι’ αυτό της φύσης τους παλμούς πιάνεις ολόγυρα σου



Σάντρα με λένε κι αν το θες έτσι να με φωνάζεις
κι όλης της φύσης τα καλά θα ‘χεις αν δεν δειλιάζεις»

αυτά είπε τ’ όμορφο πουλί και πέταξε μακριά μου
και ’γω το ακολούθησα, είχα δρομί μπροστά μου



ανέβαινα κι ανέβαινα με σθένος και με φόρα
είχα στόχο την κορφή κι όλης της γης τα δώρα 


Το θεριό του φόβου
στρίβοντας σε μια στροφή τα έχασα ο δόλιος
απόκοσμοι ήχοι και καπνοί με σκέπασε ο φόβος
μέσα απ’ το τείχος του καπνού άγριο θεριό προβάλλει
κόκκινα μάτια φλογερά και λέπια στο τομάρι

τεράστια δόντια, δυνατά στο πράσινό του στόμα
και βρωμερή ανασαιμιά που σ’ έριχνε στο χώμα
γύρισε και με κοίταξε πάγωσα στη ματιά του
στη θέα του εσκιάχτηκα στην τρομερή θωριά του

«τι θες διαβάτη τι ζητάς στα σύνορα του κόσμου
μήπως δεν θέλεις την ζωή και στέκεσαι εμπρός μου;»
είπε με βροντερή φωνή και σφίχτηκ’ η καρδιά μου
δυσκόλεψε η ανάσα μου θόλωσε η ματιά μου

αμέσως πισωπάτησα κι έκανα να γυρίσω
όμως της Σάντρας η φωνή με ’κανε να ξυπνήσω
«μήπως την μάχη παρατάς την κρίσιμη την ώρα
στόχος σου είναι η κορφή κι όλης της γης τα δώρα»

τα σακουλάκια σκέφτηκα και τα ’βγαλα απ’ την τσέπη
κοιτώντας τα δεν ήξερα ποιο απ’ τα τρία πρέπει
«ν’ ανοίξω τούτο το μικρό κι αν λάθος πάλι κάνω
θα μείνω αβοήθητος θα πέσω να πεθάνω»

«τροφή παίρνει απ’ το φόβο σου 
κι απ’ την αμφιβολία
που κατατρώει τη σκέψη σου 
παρέχει αδυναμία
όσο φοβάσαι το θεριό 
ενέργεια του δίνεις»
που μεγαλώνει απίστευτα 
στη σκέψη σου να φύγεις»

είπε η Σάντρα θαρρετά 
χτυπώντας τα φτερά της
κι εγώ δύναμη έπαιρνα 
θωρρώντας τη ματιά της 

Στάθηκα στο θεριό μπροστά με θάρρος και με σθένος
δε σε φοβάμαι δράκοντα είπα, δεν θα ’μαι ξένος

στη δική μου την ζωή θα έχω την ευθύνη
μέσα στην μάχη εγώ θα μπω κι ό,τι ήθελε ας γίνει
τα βήματά μου τολμηρά μέσα στο μονοπάτι
κι ο δράκος ο θεόρατος εμίκρυνε στο μάτι

ώσπου εγίνει τόσος δα χωρούσε στην παλάμη
ήτανε μια ψευδαίσθηση και του μυαλού μια πλάνη
τότε καινούρια χρώματα στόλισαν τον αέρα
το μονοπάτι χαρωπό γέμισε φως η μέρα

ακούστηκε αηδονιών λαλιά τραγούδι από τριζόνια
πιάσαν οι νύμφες το χορό σε μαρμαρένια αλώνια
μα πώς μπορεί απόρησα οι νύμφες να χορεύουν
των μύθων τα γεννήματα στον κόσμο αυτόν τι θέλουν;

«τα παραμύθια της γιαγιάς έχουν μεγάλη αλήθεια,
υπάρχουν νύμφες, ξωτικά, που δίνουνε βοήθεια
και το κερί της νιότης σου άσβεστο το κρατάνε
στα χρόνια σου τα παιδικά εσέ ξαναγυρνάνε

στης αθωότης το χορό σε πιάνουν και σε βάζουν
στο κόσμο σου τον παιδικό όλα τα πάθη αλλάζουν»
τότε αμέσως σκέφτηκα ‘’ η αέρινη Κυρία ‘’
και κοίταξα ολόγυρα ψάχνοντας μ’ απορία

«στον τόπο αυτόν τον μακρινό ονειρικέ διαβάτη
δεν έχει ο χρόνος σύνορα με της Στιγμής το άτι
κι αυτοί που ξέρουν και μπορούν στο χρόνο ταξιδεύουν
με το κλειδί της πρόθεσης το σύμπαν το διαβαίνουν»

είπε κι έφυγε η κυρά κι έμεινα πάλι μόνος
πόσο βαθύς είν’ ένιωσα της μοναξιάς ο πόνος
μνήμες, θλίψη σιωπή γεμίζουν το κορμί μου
πικρές και δύσκολες στιγμές που ήταν φυλακή μου



 Η λίμνη της σιωπής
«από δω κι εξής μονάχος σου τον δρόμο σου θα ορίσεις
μετά τη λίμνη της σιωπής εμέ θα συναντήσεις»
είπε η Σάντρα κι άνοιξε τα όμορφα φτερά της
συνέχισα να περπατώ χωρίς την συντροφιά της.

κρύσταλλο λίμνη φάνηκε στου δρόμου την στροφή
και καταρράκτης αφριστός έπεφτε με ορμή
ταράζοντας της λίμνης τα διάφανα νερά
κάνοντας γύρω κύκλους μέχρι την αμμουδιά

τριγύρω της απλώνονταν πανέμορφα φυτά
κι ήταν γεμάτα χάρη εξωτική ομορφιά
κι όταν κάτω βρέθηκα ν’ αγγίζω το νερό
αμέσως εκατάλαβα κι είχα βαρύ καημό

γύρω απόλυτη σιωπή της μοναξιάς ο ήχος
μ’ έκλεινε ολόγυρα σαν μαρμαρένιο τείχος
ο καταρράκτης αθόρυβα έριχνε τα νερά του
κι όλου του τόπου απόκοσμη ήταν η ομορφιά του

συλλογισμένος βρέθηκα τριγύρω να κοιτάζω
και γκρίζες σκέψεις για φευγιό με το μυαλό να βάζω
όμως, κάτι μου ‘λεγε εδώ να παραμείνω
και τα τερτίπια του μυαλού ξοπίσω μου ν’ αφήνω

η σιωπή αβάσταχτη μπροστάρισσα του πόνου
οι σκέψεις μου τρομαχτικές γεννήματα του φόβου
στη σιωπή αφέθηκα τριγύρω και εντός μου
σε άλλον τόπο βρέθηκα άλλαξε ο ουρανός μου

πάγωσε για μια στιγμή  το πέρασμα του χρόνου,
ακούστηκε απαλή φωνή στα σύνορα του κόσμου
«με της αγάπης τα φτερά τον κόσμο αν αγναντεύεις
τότε μεγάλη αλλαγή στο μέσα σου θα φέρεις

κι εμέ θ’ ακούς συχνότερα θα γίνω σύντροφό σου
στου βίου τις κακοτοπιές θα είμαι δάσκαλος σου»
αμέσως φως κατάλευκο το σώμα μου τυλίγει,
και μ’ ένα τρόπο μαγικό καρδιά και νους εσμίγει

«στον ήχο μόνο της σιωπής θ΄ακούεις την φωνή μου
σε όποια στράτα βρίσκεσαι θα ‘χεις απόκριση μου»
ποιος είσαι συ που μου μιλάς και φέρνεις ευφορία
στο άκουσμα σου μονομιάς γεμίζω αρμονία

αυτό αναρωτήθηκα κι άνοιξα την καρδιά μου
ν’ ακούσω την απάντηση στο ερώτημα μου
«εγώ είμαι εσύ κι εσύ, εγώ στο πάντα και στο τώρα
θα μ’ απαντάς στη σιωπή και στης καρδιάς τη χώρα»

όταν τα είπε όλα αυτά στο χρόνο έκανα άλμα
στη λίμνη βρέθηκα ξανά και με ’πιασε το κλάμα
δάκρυα ξεχύθηκαν απ’ τα ματόκλαδα μου
μεγάλη ανακούφιση γέμισε την καρδιά μου

έκλαψα για όλα αυτά που ’γίναν στη ζωή μου
για ’κείνο το μικρό παιδί που είχα στην ψυχή μου
έκλαψα και για όλα αυτά που εγώ δεν είχα ζήσει
για φόβους, πρέπει, φυλακές που μίκραιναν την ζήση

«να είσαι πάντα ελεύθερος στο γέλιο και στο κλάμα
διαμάντια συναισθήματα είν’ της ζωής ανάμα»
είπε ο άλλος μου Εαυτός μέσα από την καρδιά μου
μ’ ευγνωμοσύνη κοίταξα  τα πάντα ολόγυρά μου.

ζωήρεψαν τα χρώματα γεννήθηκαν οι ήχοι
η φύση ετραγούδησε αλλάξανε τα ήθη
και δίχως σκέψη βούτηξα στης λίμνης τα νερά
παιχνίδια, τρέλες έκανα βυθίσματα πολλά

και το νερό καθάριζε το σώμα, την ψυχή μου
κι ένιωσα πως ανέτειλε 
ο ήλιος  στη ζωή μου
κι έμεινα εκεί ακούγοντας 
της φύσης το τραγούδι
στην εσωτερική σιωπή 
νέο ξεπεταρούδι

το δρόμο πήρα αργότερα 
τον ανηφορικό
έχοντας για οδηγό μου 
τον άλλο μου Εαυτό
το γέρο ψάξε του βουνού 
μου είχε πει η Κυρά
συνέχισα να περπατώ 
γεμάτος σιγουριά

κι η Σάντρα αίφνης φάνηκε πλησίασε σιμά
χαρά, αγάπη, θαυμασμό είχε μες την ματιά
μαζί επροχωρήσαμε φτάνοντας στο σημείο
που το στρατί χωρίζονταν ξανά σε δρόμους δύο

ποιο δρόμο θα ’παιρνα απ’ τους δυο επιλογή δική μου
των εμπειριών το βίωμα θα ήταν αμοιβή μου
στάθηκα και κοίταξα δεν έπρεπε να τρέξω
με λογική και σύνεση ήθελα να διαλέξω

«τερτίπια πάλι του μυαλού μες στη ζωή σου βάζεις
με σκέψεις και μπερδέματα  πάλι το δρόμο φράζεις»
αυτά μου εψιθύρισε ο άλλος μου Εαυτός
κι όλα απλά γινήκανε στο διάβα μου εμπρός

το πρώτο που εσκέφτηκα, να πάω αριστερά,
αυτό κι έκανα μεμιάς χωρίς σκέψη καμιά
προχώρησα ανάλαφρα με καθαρή καρδιά
το βήμα γρήγορο, ταχύ λες κι είχα φτερά

Το σκοτεινό δάσος
δέντρα μεγάλα και ψηλά φάνηκαν παραπέρα
κάτι περίεργο θαρρώ πλανιόταν στον αέρα
στο δάσος καθώς έμπαινα τα δέντρα επυκνώσαν
ο ουρανός εμαύρισε κι οι σκέψεις με κυκλώσαν

δυνατά αστραπόβροντα τον ουρανό εζώσαν
της λάσπης το υγρό χαλί πάνω στο χώμα στρώσαν
παντού υπήρχε σκοτεινιά αντάρα και μανία
τα βήματα γίναν αργά υπήρχε δυσκολία

«μην κοιτάς τις αστραπές μείνε στο μονοπάτι»
είπε ο άλλος μου Εαυτός 
 απ’ της καρδιάς τα βάθη.
συνέχισα να προχωρώ 
μες τη βουή, τη μπορα
μέσα στη μαύρη καταχνιά 
δεν έκοψα τη φόρα

ήξερα μέσα μου βαθιά 
ότι όλα θα περάσουν
της φύσης τα γεννήματα 
θα μου χαμογελάσουν
γι’ αυτό και ήμουν ήρεμος 
μέσα στην καταιγίδα
στου φόβου τα καμώματα 
έστησα εγώ παγίδα

βοήθεια ακούστη ξαφνικά βοήθεια, βοήθεια
κι αμέσως η καρδούλα μου φτερούγισε στα στήθια
το μονοπάτι ήθελα εγώ πιστά ν’ ακολουθήσω
όμως την τραγική φωνή πίσω μου πως ν’ αφήσω

με σθένος αρματώθηκα με πίστη και με θάρρος
κι είπα στον άλλο μου Εαυτό να ‘ναι για μένα φάρος
μέσα στου δάσους χώθηκα τα σκοτεινά τα μέρη
ψάχνοντας εκείνον που μπορεί βοήθεια να θέλει

με προσπάθεια πολλή έφτασα σ’ ένα έλος
κινούμενη άμμος, φονική όπου δεν είχε τέλος
μικρό παιδάκι πάλευε την άμμο να ορίσει
απ’ του θανάτου την θηλιά ταχιά ν’ αποχωρήσει

το πρόσωπό του ήταν γνωστό θύμιζε το δικό μου
στα χρόνια μου τα παιδικά όνειρο μακρινό μου
κοίταξα γύρω ψάχνοντας κάτι να βοηθήσω
και ξαφνικά εσκέφτηκα τα δώρα να χαρίσω

τα πέταξα όλα στον μικρό, του είπα να τ’ ανοίξει
να ταξιδέψει στην ζωή τον θάνατο να πνίξει
και απ’ το πρώτο το σακί βγήκε νεραϊδάκι
που το παιδί ελευθέρωσε με μαγικό ραβδάκι.

το δεύτερο ανοίχτηκε κι αυτό μέσα στη βιάση
και χρονοάλμα θα ‘κανε αυτός που το ‘χε πιάσει.
ζήτησε τότε ο μικρός σε με να δώσει κάτι
και να γυρίσει σπίτι του πάνω στο χρονοάτι

πλησίασε με σιγουριά κι αγάπη μες το βλέμμα
και όπως με εκόντεψε μου πάγωσε το αίμα.
ήμουν εγώ, μικρό παιδί στα πρώτα εκείνα χρόνια
γεμάτο μ’ αθωότητα που ‘τρεχα μες τ’ αλώνια.

το παίρνω αμέσως αγκαλιά του λέω πως τ’ αγαπάω
και με λόγια απ’ την καρδιά συγνώμη του ζητάω.
«η κινουμένη άμμος φτιάχτηκε με σκέψεις από φόβο
και όποιος μέσα της βρεθεί του δίνει μόνο τρόμο».

αυτά είπε ο άλλος μου Εαυτός και γέμισε μ’ αγάπη
εμέ και το μικρό παιδί απ’ της ψυχής τα βάθη.
θα σ’ αγαπώ παντοτινά είσαι μες στην καρδιά μου
και μόνο αν εσύ το θες θα σ’ έχω συντροφιά μου.

είπα και το μικρό παιδί ήρθε πολύ κοντά μου
και πήρε αγάπη, σιγουριά μες απ’ την αγκαλιά μου.
«το τρίτο δώρο που κρατώ σε σέ θα παραδώσω»
είπε, «στη δύσκολη στιγμή βοήθεια ίσως σου δώσω»

κι αμέσως ανεβαίνοντας στο άλογο του χρόνου
ταξίδεψε σε μια στιγμή στις χαραγές του κόσμου.
το δάσος εφωτίστηκε και η σκοτεινιά εχάθη
κι η καταιγίδα έσβησε στου ορίζοντα τα βάθη.

η Σάντρα φτερουγίζοντας κύκλωσε τον αέρα
και ήρθε και εστάθηκε δυο βήματα πιο πέρα

με απορία ρώτησε τι απομένει τώρα,
είναι στόχος η κορφή κι όλης της γης τα δώρα;

την κοίταξα και γέλασα μέσα απ’ την ψυχή μου
όλη αυτή η διαδρομή άλλαξε τη ζωή μου.
άλλαξε τις σκέψεις μου, την οπτική γωνία
που έβλεπα τα πράγματα, δεν είχα αγωνία

«βρες το γέρο του βουνού» είχε πει η Κυρά
αυτόν κι εμείς θα ψάξουμε της είπα τρυφερά.
μ’ ανάλαφρο βηματισμό από το δάσος βγήκα
στέλνοντας ένα ευχαριστώ σε όλα αυτά που βρήκα.

 

Η Σειρήνα

Ο ήλιος ήταν φωτεινός έλουζε την ημέρα
κι ένα τραγούδι χαρωπό 
κινιόταν στον αέρα
ακολουθώντας τον ρυθμό 
μπήκα στο μονοπάτι
και με το άκουσμα οδηγό συνάντησα παλάτι

όμορφη κόρη ζηλευτή, 
με πλάνεψε η φωνή της
έκατσα και ξαπόστασα 
στην άκρη της αυλής της
φρούτα και κεράσματα και δροσερό νερό
η κόρη μου επρόσφερε με τρόπο ευγενικό

«κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε να ξαποστάσεις
κι όλες τις έγνοιες σου μεμιάς εδώ θα τις ξεχάσεις
ειμ’ η Σειρήνα και μπορώ τις μνήμες να ξεγράψω
αυτές που φέρνουν τον καημό τη θλίψη να πετάξω»

τι ωραία σκέφτηκα αυτή ’ναι η ευκαιρία
να βρει η λύπη λευτεριά κι εγώ την ηρεμία
κάθισα αναπαυτικά κι άκουγα το τραγούδι
ταξίδευα στο πουθενά της λησμονιάς λουλούδι

«τι καμώματα τρελά είναι ετούτα τώρα
είπε ο άλλος μου Εαυτός απ’ της καρδιάς τη χώρα.
την όλη σου διαδρομή εσύ την καταρρίπτεις
την εμπειρία της ζωής να μην την απορρίπτεις»

ένας βαθύς συλλογισμός  γέμισε το μυαλό μου
και πήρα απόφαση να μπω στο δρόμο το δικό μου
αφού ευχαρίστησα θερμά την όμορφη κοπέλα
μπήκα στο δρόμο το σωστό αφήνοντας την τρέλα

που για λίγο με έκανε τα μάτια μου να κλείσω
στο τίποτε με οδήγησε άδεια ζωή να ζήσω
χωρίς χώμα και νερό ο σπόρος δεν φυτρώνει
χωρίς ήλιο και βροχή αυτός δεν μεγαλώνει

να γίνει δέντρο δυνατό στη Ζήση, μην ξεχάσει,
μ’ αγάπη και μ’ απλοχεριά  τα φρούτα να μοιράσει.
αυτά μου είπε η σκέψη μου και χάρηκε η ψυχή μου
όταν τα λόγια της Κυράς ήταν απόκριση μου:

«χαίρομαι τόσο που μπορείς ν’ ανοίγεις το μυαλό σου
και την αγάπη της καρδιάς να ‘χεις για φυλαχτό σου.
λίγος δρόμος έμεινε στην κορυφή να φτάσεις
όμως τον γέρο του βουνού εσύ μην τον ξεχάσεις»




Η σπηλιά που μιλάει

τα βήματα ’γιναν αργά 
στου δειλινού την ώρα
κι είχα μεγάλη επιθυμιά 
να ξαποστάσω τώρα.
μήπως να βρω κατάλυμα 
την νύχτα να περάσω
και με το φως της χαραυγής στην κορυφή να φτάσω;


αυτό αναρωτήθηκα κι αμέσως στη στιγμή
είδα το άνοιγμα σπηλιάς να βρίσκεται πιο ’κει
ευθύς πήγα και στάθηκα μπροστά από τη σπηλιά
κοιτώντας σαν κατάλυμα αν έχει σιγουριά  
ένα ξύλο άρπαξα και του ’βαλα φωτιά
για να μου είναι εύκολο να ρίξω μια ματιά
κι η μισοσκότεινη σπηλιά υγρή και παγωμένη
ακίνητη επερίμενε αιώνια κοιμωμένη

«καλώς τον ξένο που ’ρχεται απ’ άλλης γης τα μέρη
κι ήταν τα βάσανα πολλά μαζί του που ‘χε φέρει»
είπε μια βαριά φωνή και κοίταξα τριγύρω
αν υπήρχε κίνδυνος ήθελα να ξεφύγω

όμως ο άλλος μου Εαυτός  μου ’πε ψιθυριστά
πως δεν υπάρχει απειλή για μένα στη σπηλιά
στοίβαξα ξύλα σε σωρό κι άναψα μια φωτιά
το βράδυ αυτό το δύσκολο να έχω ζεστασιά

«μες στην δική μου αγκαλιά δεν θα κινδυνέψεις
με του ονείρου τα φτερά εσύ θα ταξιδέψεις»
είπε η άγνωστη φωνή κι ένιωσα παραζάλη
σιγά,σιγά αφέθηκα στου Ύπνου την αγκάλη

κι ήρθε τ’ όνειρο γοργά ταξίδι να με πάει
και του μυαλού τις φυλακές άρχισε να μετράει
ένα σωρό επιγραφές στις οροφές τους είδα
που έστηναν ολόγυρα νεκρής ζωής παγίδα

γράφανε για πόλεμο θάνατο και μαυρίλα
καχυποψία, κλείσιμο ζωή μ’ ανατριχίλα
για ανημπόρια και καημό λύπη, χαμό και πόνο
φιλοδοξία μισερή για πάγωμα και φόβο

όλα αυτά κι αλλά πολλά 
ούρλιαζαν στο μυαλό μου
μα τώρα πια το ήξερα 
άλλο το ριζικό μου

εγώ να είμαι ελεύθερος 
αυτό να ζω μου πρέπει
με την αγάπη οδηγό 
να ’χω χαρά και κέφι

με χάδια με μοιράσματα 
κάθε λογής παιχνίδια
αγγίγματα, αγκαλιάσματα 
που ’ν’ της καρδιάς στολίδια


τα λόγια τούτα φώναξα με δυνατή φωνή
και μες το στήθος μ’ άνοιξε ταχιά η αναπνοή

και άρχισα συνειδητά τους τοίχους να γκρεμίζω
κι όλες τις επιγραφές στο σύμπαν να σκορπίζω
ελευθερία ζήταγα μυαλού ανοιχτοσύνη
τον κόσμο αντικρίζοντας να έχω εμπιστοσύνη



Ο γέρος του βουνού
και ξαφνικά εξύπνησα και ήμουν ιδρωμένος
κοιτώντας γύρω έμεινα σαν αποσβολωμένος
δεν υπήρχε η σπηλιά μόνο ουρανός κι αστέρια
και το φεγγάρι ολόγιομο μ’ ασήμωνε τα χέρια

ήμουνα στην βουνοκορφή μονάχος ν’ αγναντεύω
το μονοπάτι της ζωής εγώ να διαφεντεύω
έμεινα λίγο ακίνητος γύρω μου ησυχία
ήμουν στη μύτη του βουνού νιώθοντας αρμονία

μια φιγούρα φάνηκε να στέκεται σιμά
μανδύα είχε ολόλευκο γαλήνια ματιά
ήταν ο γέρος του βουνού γεμάτος ηρεμία
το σύμπαν όλο αγνάντευε σκόρπιζε ευτυχία

βούλιαξα μες τη σιωπή στεκόμουν σαν χαμένος
εκοίταζα τον γέροντα με θαυμασμό και δέος
γύρισε το βλέμμα του και βρήκε το δικό μου
μεμιάς φτερούγισε η καρδιά κι άνοιξε το μυαλό μου

από τα χέρια του άρχισε ενέργεια να ρέει
κι άκουσα δίχως να μιλά δίχως φωνή να λέει:
«αξίζεις δώρα Θεϊκά γεμάτα ευλογία
τα βήματα σου στη ζωή να έχουν αφθονία

την αυταπάτη έσβησες  κινήθηκες με θάρρος
έδειξες κατανόηση χωρίς να είναι βάρος
οι δυσκολίες γίνανε για σένα σκαλοπάτι
το σύμπαν όλο κέρδισες σ’ αυτό το μονοπάτι».


 τρέξαν καυτά τα δάκρυα απ’ των ματιών την άκρη
και το κεφάλι έσκυψα 
από ντροπή κι αγάπη

«το να είσαι ταπεινός 
είν’ αρετή μεγάλη
τις μάχες δίκαια κέρδισες 
μη σκύβεις το κεφάλι
κοίτα κι αγνάντευε ψηλά 
βάλε φτερά στα πόδια»

μου είπε και συνέχισε να λέει δίχως λόγια:
«τώρα μπορείς να χαίρεσαι είσαι αγνή αγάπη
ενώνεις γη και ουρανό στα μήκη και στα πλάτη»

Την αγκαλιά του άνοιξε να μπω και να χορτάσω
τις εμπειρίες της ζωής μαζί του να μοιράσω
και τότε εκατάλαβα το ’νιωσα απ’ την ψυχή του
ο γέρος ήμουνα εγώ, η νιότη η δική του

τον εαυτό μου έβλεπα σε χρόνια αλλοτινά
γεμάτο με χαρίσματα κι ολάνοικτη καρδιά
το ουράνιο τόξο ένιωσα πως το ‘χα κατακτήσει
με όλα τα συναισθήματα είχ’ η καρδιά γεμίσει

αρχίζοντας το δρόμο μου είχα θυμό, μανία
σκέψη με φόβο, κι ενοχές γεμάτη αμφιβολία
κι όλα αυτά κατάφερα στο δρόμο να τ’ αλλάξω
μ’ εμπιστοσύνη, άφημα καινούρια να χαράξω

να έχω κατανόηση πίστη και συμπόνια
συγχώρησα εμένανε πλημμύρισα ομόνοια
στην αγκαλιά του γέροντα έγινα η αγάπη
κι αμέσως διαπίστωσα ήμουν το Μονοπάτι



εγώ ήμουν όλα αυτά που είχα συναντήσει
και του μυαλού σκευάσματα οι φόβοι που ’χα ζήσει
ο γέρος χαμογέλασε 
και κοίταξε τ’ αστέρια
ουράνιο τόξο ανέτειλε 
μες τα δικά μου χέρια


χιλιάδες χρώματα πολλά γεννήθηκαν εμπρός μου
το δώρο απ’ το ταξίδι μου ήταν ο Εαυτός μου!


namaste
despoina palamari