Pulse of love 10/12/2013

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Γιατί κάποιοι προτιμούν να παραμένουν σε μια σχέση που δεν τους προσφέρει τίποτα πια

Απόσπασμα απο την συνέντευξη που έδωσε ο  ψυχοθεραπευτής Michael Soth στην Εναλλακτική Δράση και αφορά την συντροφικότητα 

Michael, σύμφωνα με την εμπειρία σου, ποιοι είναι οι λόγοι που πολλοί άνθρωποι προτιμούν να παραμένουν σε μια σχέση που δεν προσφέρει τίποτα πια, αντί να χαράξουν μια νέα πορεία και να αναζητήσουν μια καλύτερη σχέση;

Με βάση όλα όσα προανέφερα, όταν οι άνθρωποι στις σχέσεις φτάσουν στα όριά τους και έχουν πληγωθεί πολλές φορές, και όταν η δυσαρέσκεια και η πικρία για τον άλλο υπερτερεί της αγάπης και της τρυφερότητας, ο νους τους σκαρφίζεται όλων των ειδών τις δικαιολογίες και τις εκλογικεύσεις: «δεν είναι το ίδιο άτομο που ερωτεύτηκα – έχει αλλάξει!». «Αποδεικνύεται ότι ήμασταν τελικά αταίριαστο ζευγάρι», «Μεγαλώσαμε και αλλάξαμε και δεν έχουμε πια τίποτε κοινό». Αλλά συνήθως αυτές οι σκέψεις είναι απλά τα επιφανειακά συμπτώματα μιας τάσης απόδρασης από την κρίση, με γενικούς όρους συχνά η κρίση της απογοήτευσης: ο άλλος από το να λειτουργεί σαν βάλσαμο για την ψυχή έχει καταλήξει να είναι περισσότερο το αλάτι στην πληγή. 



Αυτές οι σκέψεις και οι τάσεις απόδρασης είναι απόλυτα κατανοητές – όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και έγκυρες, ρεαλιστικές ή αξιόπιστες, ή ότι δικαιολογούν το τέλος μιας σχέσης. Για τον θεραπευτή ζεύγους, που παρατηρεί ουδέτερα απ’ έξω, είναι συνήθως προφανές ότι και οι δύο σύντροφοι κρύβονται από τον ίδιο τους τον εαυτό και από την επιτακτική ανάγκη να διδαχτούν κάποια μαθήματα.

Σε πολλές καταστάσεις, αν οι άνθρωποι χωρίσουν σε κάποιο σημείο, απλά επαναλαμβάνουν το ίδιο πράγμα με τον επόμενο σύντροφο. Ακόμα κι αν το ζευγάρι έχει αποφασίσει να χωρίσει, οι ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες ζεύγους έχουν και πάλι κάποιο νόημα, ώστε τα άτομα να μπορέσουν να πάρουν μαθήματα ακόμα κι από μια σχέση που καταρρέει, με στόχο να μην επαναληφθούν τα ίδια μοτίβα και τα δυναμικά. Σε πολλές περιπτώσεις ζευγαριών, δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο το αν η απόφαση χωρισμού αποτελεί το αποτέλεσμα μιας υγιούς και ώριμης επιθυμίας να προχωρήσουν σε κάτι καλύτερο, ή αν είναι μια τυφλή φυγή που απλά θα έχει ένα χειρότερο αποτέλεσμα.

Η χρήση της θεραπείας ζεύγους για να πάρουμε μαθήματα από την κρίση στη σχέση μας και από την κατάρρευση της αγάπης, συνήθως δεν είναι μια εύκολη υπόθεση που μπορεί να γίνει σε λίγες συνεδρίες. Όμως, ορισμένες φορές, η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή, και η ώριμη αγάπη μπορεί να αναγεννηθεί σαν τον φοίνικα από τις στάχτες της απογοήτευσης. Είναι αλήθεια ότι τα περισσότερα ζευγάρια έρχονται αρκετά αργά για ψυχοθεραπεία, χρόνια μετά απ’ όταν θα έπρεπε να είχαν αναζητήσει βοήθεια, και φθάνουν στο γραφείο του θεραπευτή ζεύγους όταν η απογοήτευση, η σύγχυση και η εχθρότητα έχουν εδραιωθεί βαθιά. 
Αλλά η απόφαση για το αν κάποιος θα χαράξει νέα πορεία μέσα στην υπάρχουσα σχέση ή προς μία νέα σχέση, εξαρτάται πολύ από τη στήριξη, τους πόρους και την ψυχική σοφία που ένα ζευγάρι σε κρίση μπορεί να αντλήσει. Άλλωστε, λίγες συνεδρίες θεραπείας ζεύγους κοστίζουν ένα μικρό μόνο μέρος του ποσού που τα περισσότερα ζευγάρια ξοδεύουν για το διαζύγιο.

Πολλές φορές, έχω αναρωτηθεί στη ζωή μου: Ερωτεύομαι το πρόσωπο που βλέπω μπροστά μου ή τις προσδοκίες και τις επιθυμίες που αυτό το πρόσωπο μου προκαλεί; Ερωτεύομαι τον άλλο ή τη φαντασιακή πλευρά του εαυτού μου; Υπάρχει τρόπος να ξεχωρίσουμε τη μία περίπτωση από την άλλη;

Η θεραπευτική προσέγγιση που έχει «συσσωρεύσει» περισσότερη σοφία ως προς αυτή την ερώτηση είναι η Γιουγκιανή. Παραδοσιακά, υποστηρίζουν ότι ένας άνδρας ερωτεύεται το «anima» του και μια γυναίκα ερωτεύεται το «animus» της. Αυτές οι ιδέες έχουν αμφισβητηθεί αρκετά, και έτσι πρέπει να γίνεται, εξαιτίας των βαθιών πατριαρχικών και ετεροσεξιστικών χαρακτηριστικών τους• και πολλοί θεωρούν ότι αυτές οι ιδέες είναι ξεπερασμένες.

Αλλά ίσως παραείμαστε αυστηροί με αυτές. Ίσως να υπάρχουν τρόποι με τους οποίους να μπορούμε να αντλήσουμε κάτι χρήσιμο και πολύτιμο από τις ιδέες εκείνης της ψυχοθεραπευτικής παράδοσης, που μπορούν να μας βοηθήσουν στις σχέσεις μας. Είτε είμαστε άνδρες, είτε γυναίκες και ασχέτως του σεξουαλικού μας προορισμού και ταυτότητας, όποιος έχει έστω και λίγο ακολουθήσει τα όνειρά του, θα συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος της φαντασίας κατοικείται από εικόνες θηλυκών και αρσενικών φιγούρων, οι οποίες εξελίσσονται στο χρόνο. 

Παραδοσιακά, ο Jung θεωρούσε ότι ένας άνδρας αναπτύσσει αργά εικόνες θηλυκότητας, διαφοροποιώντας τες από τις εικόνες της μητέρας του, τόσο την πραγματική μητέρα, όσο και τη φαντασιακή, αυτό που ο Jung ονόμαζε “το μητρικό σύνδρομο”. Και το αντίθετο για τη γυναίκα. Αλλά δεν χρειάζεται να περιορίζουμε αυτές τις ιδέες σε ετεροσεξιστικούς κανονιστικούς ισχυρισμούς. Και, σε κάθε περίπτωση, ποιος μπορεί να πει αν ο κόσμος της φαντασίας έχει ανοσία κατά της εγκαθίδρυσης και συνέχισης των πατριαρχικών στερεοτύπων;

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι εδώ απαραίτητα οι θεραπευτικές ιδέες από μόνες τους, αλλά η υπεργενίκευσή τους ως οικουμενικές, στο χρόνο, στο χώρο και στους πολιτισμούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα μυθικά μοτίβα, τόσο σε μητριαρχικούς, όσο και σε πατριαρχικούς καιρούς, επιβιώνουν στα όνειρά μας και επηρεάζουν την προ-συνειδητή φαντασία μας. Αυτές οι εικόνες είναι φορτισμένες συναισθηματικά – οι Γιουγκιανοί τις αποκαλούν “απόκρυφες” – και μπορούν να επηρεάσουν κατά πολύ τις πράξεις μας τέτοιες εικόνες μπορούν εύκολα να προβληθούν στον κόσμο, και έλκουν κατάλληλους ανθρώπινους στόχους τους οποίους ερωτευόμαστε.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση υποθέτουν ότι είναι ελεύθεροι να ερωτευθούν όποιον θέλουν, αλλά το ασυνείδητο καθοδηγεί και περιορίζει τις επιλογές μας και είναι εξαιρετικά επιλεκτικό. Για να μπορέσουμε να διαχωρίσουμε την μία περίπτωση “έρωτα” από την άλλη, το πρώτο ερώτημα δεν αφορά στους “στόχους” που υπάρχουν εκεί έξω, αλλά στη φύση και στην ποιότητα της συνήθειας του έρωτα, δηλαδή εσύ, ο εαυτός σου και το ασυνείδητό σου. Ένα στερεοτυπικό μοτίβο θα ήταν κάποιος που ερωτεύεται και ξε-ερωτεύεται γρήγορα και συχνά, και έχει έντονα συναισθήματα για όσο χρόνο η κατάκτησή του είναι άπιαστη, αλλά χάνει το ενδιαφέρον και βαριέται, μόλις ο άλλος δείξει ενδιαφέρον και ανταποδώσει – αυτή θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε τη “συνήθεια Don Juan”. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρο σημάδι που δείχνει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με αγάπη, αλλά με φαντασιακά κομμάτια τόσο του άλλου, όσο και του εαυτού σου.