Pulse of love 10/12/2013

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Ο κόσμος φαντάζει μεγάλος μέσα από μία χαραμάδα.

ΣΤΟ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟ, ΕΚΕΊ ΧΩΡΑΝΕ ΌΛΑ.

Από τροχιά σε τροχιά,
Ρυθμικοί και ακανόνιστοι οι ήχοι των κενών.

Η πορεία, Μία, πάνω στο Σίδερο.
Καθιστός ή όρθιος και πάλι, «κουνιέσαι».

Άλλοι κρατάνε ισορροπία σε αδέξια βήματα,
Άλλοι κρατάνε τις σκέψεις τους στο βλέμμα τους,
Άλλοι σκορπούν το βλέμμα τους στ’ ανοίγματα της διαδρομής.

Κοιτώ έξω,
Και πότε πιάνω τον Εαυτό μου να βλέπει τοπίο,
Και άλλοτε να κοιτώ το ίδιο μου το βλέμμα στην αντανάκλαση, στο τζάμι.

Άλλαξε το φως βλέπεις και χάθηκε το έξω.

Βλέπω το ύφος μου . . 

«Πού είσαι ?» μου φωνάζει το τοπίο . . .


Προσπαθώ να διορθώσω, κάνω γκριμάτσα μικρή ..
Τι λέει ο κόσμος ? Με βλέπουν ? Βλέπουν μέσα μου ή φαίνονται όλα στο πρόσωπό μου ?

Και μόνο που προσπαθώ, πιέζομαι.
Πιέζομαι να δείξω κάτι που δεν νοιώθω, . . το ψάχνω, . . 

Δεν αποδέχομαι. Εμένα ? κάποιο κομμάτι μου ? . .

Όταν δεν αποδέχομαι, τι κρατάω μακριά μου ? Ενώ είναι μέσα μου !
Γιατί δεν συνδέομαι ? Πού είμαι ?

Στον σκοπό μου είμαι,   στον στόχο μου.
Τόσο     Μακριά !

Μου ήρθε η εικόνα του σκοπευτή ενός τόξου.
Είμαι στο μάτι εκείνο το ανοιχτό, που  στοχεύει.

Εκείνο όμως το μάτι, το κλειστό,
Εκείνο κρατάει όλη την αλήθεια.
Δίνει όλη την σιγουριά, την σταθερότητα.
Την Εμπιστοσύνη.
Εκείνο που δεν ερμηνεύει !

Τι ερμηνεύει άραγε το ύφος μου ?
Κι όμως κοιτάω και με τα δυό μου μάτια, ορθάνοιχτα,
Έξω το παράθυρο.

Και σαν να μην μπορώ να γευτώ . . 

Άλλο το έξω. . . άλλο το μέσα.
Σταματώ να προσπαθώ ! Νοιώθω κουρασμένος.

Και μετά από λίγο. . . 
Τότε αρχίζω να παίρνω απ’ έξω, να το δέχομαι.
Όταν οι άμυνες, τα τείχη έχουνε πέσει.

Μια ομορφιά παντού !
Δέντρα, κορφές, βουνά, λίμνες, λίγο σκοτάδι στο τούνελ

Και το βλέμμα μου αλλιώτικο, παιδικό,
Ανοιχτό.

Μέχρι και το χρώμα των ματιών μου αντί-λαμβάνομαι.

Τέλος το σκοτεινό τούνελ.
Το τοπίο επανέρχεται πιο γεμάτο από ποτέ !
Από σχήματα, μορφές, χρώματα, βάθος, φώς,

Το φεγγάρι σχεδόν γεμάτο, χαιρετά.
Δυό μέρες του μειναν, Χριστούγεννα ολόγιωμο.

Κι όπως πάντα,
Υπέροχο, υποσχόμενο, αναμνήσεις . . .

Κάθε επόμενη, θέλεις να είναι και καλύτερη.

Προσπάθεια για αναμνήσεις η ζωή.

Σουρουπώνει τώρα.
Σαν το τρένο να πηγαίνει όλο και πιο γρήγορα.

Οι κορφές, κάθε μια μόνη της, άσπρες, κρύες,
«Κρατάνε» το φως.
Κι ο χώρος ανάμεσά τους
Ένα μείγμα Ουρανού, Υγρασίας και Ομίχλης.
Σαν καπνός με χρώμα από φωτιά.
Εκεί, εκεί στο βάθος είναι η μαγεία, η ομορφιά.


Στο Ακαθόριστο. Εκεί χωράνε όλα.


Φωνάζει το ηχείο : «Επόμενη στάση, Δομοκό».
Θέλω να καπνίσω, ώρα τώρα.

Θέλω να φέρω λίγο απ’ το παρελθόν, στο παρόν.
Να μιμηθώ την φύση.
Να χαθώ και ‘γώ για λίγο μέσα στον καπνό μου.
Χώνομαι  στην στενάχωρη τουαλέτα,
Το τσιγάρο στο στόμα,
Ο αναπτήρας γλιστράει στα ιδρωμένα μου χέρια, . .

Ανάβω.

Μπήκα στο «Εγώ» μου, στο παρελθόν μου.
Στον καπνό μου να χαθώ απ το σούρουπο,
Εκεί που τα χρώματα και τα σχήματα, χάνονται.

Εκεί που αχνοφέγγουν τα πρώτα φωτάκια, τα πρώτ’ Αστέρια.
Το παράθυρο ανοιχτό, μια χαραμάδα.
Ίσα να φεύγει ο καπνός,
Ίσα που πρόλαβα να πιάσω εκεί έξω, λίγο τελευταίο φώς σε μιαν απότομη στροφή του βαγονιού.

Μην ψάχνεις το χρώμα σε αυτό που αφήνεις πίσω σε κάθε Ηλιοβασίλεμα.

«Μόλις βγω απ την τουαλέτα, θα το σημειώσω αυτό» σκέφτομαι.

Ξανά, το βλέμμα μου στην χαραμάδα.
Βγαίνει ο καπνός έξω ? . . 
Το τσιγάρο τελειώνει. Πίκρα. Πού πήγε η ευχαρίστηση αναρωτιέμαι . .
Και κοιτάω έξω τα φώτα  . . 

Σαν καλοσχηματισμένοι αστερισμοί   . . . 

Ο κόσμος φαντάζει μεγάλος μέσα από μία χαραμάδα.


Alexandros Anastasios Dolapsakis