Pulse of love 10/12/2013

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Ένας μικρός που τον έλεγαν Μπιμπίκο

Εμπεριέχεται στο βιβλίο: «το φιλί της πεταλούδας»

Αφιερωμένο στα μικρά παιδιά που έχουμε μέσα μας και ζητάνε μια ευκαιρία για να ακουστεί η φωνή τους

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που νόμιζε ότι το έλεγαν Μπιμπίκο και γι’ αυτόν το λόγο σιγά-σιγά άρχισε να μοιάζει σαν Μπιμπίκος, να φέρεται σαν Μπιμπίκος και να μιλάει σαν Μπιμπίκος. 
Το μυαλό του όμως ποτέ δεν έγινε μπιμπικένιο. Ήταν ένα μυαλό έξυπνο και ταξιδιάρικο, που ζωντάνευε όμως μόνο όταν ο Μπιμπίκος έκλεινε τα μάτια του. Τότε ταξίδευε σε άγνωστες χώρες μακρινές, γεμάτες χρώματα, γέλιο και παιχνίδια όπου οι άνθρωποι αντίκριζαν χαμογελαστοί κάθε καινούργια μέρα που ξημέρωνε. Σ’ αυτές τις χώρες δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, μόνο άλογα με μεγάλα φτερά, που πετούσαν μαζί σου, αν ήθελες, στον ουρανό και ένιωθες να γεμίζεις χαρά και ελευθερία.
Εκεί μπορούσες να μιλήσεις με όλα τα ζώα, γιατί όλα τα πλάσματα μιλούσαν την ίδια γλώσσα, ακόμα και τα λουλούδια. Τα λουλούδια λάτρευαν τη μουσική και γέμιζαν τον αέρα όχι μόνο με χρώματα αλλά και με τραγούδια. Τα άκουγε ο ήλιος και γινόταν όλο και πιο φωτεινός, όλο και πιο λαμπερός. Ακτινοβολούσε μοιράζοντας φως και ζωή. Ακόμα και η νύχτα ήταν τελείως διαφορετική. Το ασημόλευκο φεγγάρι ήταν πάντα στρογγυλό και γεμάτο παραμύθια. Όταν ένιωθε ότι κάποιο παιδάκι λαχταρούσε να ακούσει ένα παραμύθι, τότε το φεγγάρι διάλεγε κάποιο και το έστελνε σ’ ένα αστέρι. 

Το αστέρι φούσκωνε απ’ τα λόγια του παραμυθιού, βάραινε και έπεφτε απ’ τον ουρανό στη γη, μπροστά στα πόδια του παιδιού και γινόταν μια ασημένια λίμνη. Τότε ξεπηδούσαν από μέσα της οι ήρωες του παραμυθιού και το παιδί όχι μόνο άκουγε αλλά και έβλεπε την ιστορία του παραμυθιού να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του. Αν το επιθυμούσε, μπορούσε να γλιστρήσει και αυτό μέσα στην ιστορία και να παίξει μαζί με τους άλλους ήρωες.
Αυτά όμως συνέβαιναν στο μυαλό του Μπιμπίκου και μόνο όταν έκλεινε τα μάτια του. Ο κόσμος στον οποίο ζούσε ήταν πολύ διαφορετικός. Στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω του σπάνια έβλεπε το γέλιο να ανθίζει. Ήταν συνεχώς μουτρωμένοι και τα μάτια τους ήταν γεμάτα θλίψη.

«Τι θα κάνω με σένα;», άκουγε τη μαμά του να του λέει. «Δεν είσαι καλό παιδί και όλο με στεναχωρείς».
Κι ο Μπιμπίκος αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που έκανε και στεναχωρούσε τη μαμά του. Και επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει με ποιον τρόπο δεν ήταν καλό παιδί, άρχισε να μην μιλάει πολύ μήπως και έφταιγαν αυτά που έλεγε. Άρχισε να λέει μόνο «ναι» σε ό,τι του έλεγαν, μήπως ήταν αυτός ένας τρόπος για να είναι χαρούμενη η μαμά! Σιγά-σιγά σταμάτησε και να παίζει, γιατί έτσι σίγουρα θα έκανε λιγότερη φασαρία. Το μόνο που συνέχισε να κάνει ήταν να διαβάζει αλλά, δυστυχώς, μόνο ό,τι του έδινε η μαμά κι αυτά ήταν τόσο μα τόσο βαρετά!
Αυτός ήθελε παραμύθια και ιστορίες για ήρωες που με το σπαθί τους κατακτούσαν τον κόσμο. Έτσι έκλεινε τα μάτια και ταξίδευε σε εκείνες τις χώρες όπου το φεγγάρι ήταν γεμάτο παραμύθια. Εκεί έπαιρνε το δικό του σπαθί, ανέβαινε στο δικό του φτερωτό άλογο και ταξίδευε από τη μια χώρα στην άλλη σώζοντας όλους τους ανθρώπους που χρειάζονταν τη βοήθειά του. Αλλά δυστυχώς αυτό συνέβαινε μόνο στις «χώρες των κλεισμένων ματιών».

Στην καθημερινότητα ο Μπιμπίκος ήτανε ένας τέλειος Μπιμπίκος. Σταδιακά γινόταν άχρωμος, άοσμος, σχεδόν αόρατος για τους άλλους. Κανένας δεν τον ρωτούσε πώς αισθανότανε και ποια επιθυμία είχε κρυμμένη μέσα στην καρδιά του. Όλοι κοιτούσαν μόνο τον εαυτούλη τους και ο καημένος ο Μπιμπίκος με τον καιρό ένιωθε ότι εξαφανιζότανε.
Ακόμα και όταν βρισκόταν με άλλα παιδιά καθόταν σιωπηλά στην άκρη και τα κοίταζε με θλίψη στη ματιά, γιατί έπαιζαν και φώναζαν χωρίς να νοιάζονται τι θα πουν οι άλλοι. Χωρίς να νοιάζονται αν θα φαίνονται καλά παιδιά στα μάτια των μεγάλων.

Μια μέρα όμως, καθώς ταξίδευε για τις «χώρες των κλεισμένων ματιών», ένα νεραϊδάκι παρουσιάστηκε μπροστά του.
«Για πού τό ’βαλες, μικρέ μου;», τον ρώτησε.
«Πάω να πάρω το φτερωτό μου άλογο και το ξίφος μου για να ταξιδέψω στον κόσμο», απάντησε το παιδί.
«Αα! Δεν γίνεται να το κάνεις αυτό. Άλλαξε το καθεστώς στις χώρες των κλεισμένων ματιών», του είπε το νεραϊδάκι. «Μόνο όσοι κάνουν κάτι θαρραλέο στον καθημερινό τους κόσμο μπορούν να περάσουν τα σύνορα», συνέχισε να του λέει με την ιδιαίτερη, μελιά φωνή της.
Ο Μπιμπίκος στεναχωρήθηκε πολύ. Μια χαρά είχε κι αυτή ήταν τα ταξίδια του στις «χώρες των κλεισμένων ματιών». Τώρα, ούτε αυτό δεν είχε.
«Τι έγινε, φιλαράκι μου, και κατέβασες πλερέζες;», τον ρώτησε το νεραϊδάκι κι ο Μπιμπίκος της είπε όλη την αλήθεια για τη ζωή του και για τα ταξίδια του.
Το σκέφτηκε λίγο το νεραϊδάκι και του είπε ότι θα βρει έναν τρόπο για να ξεπεραστούν τα εμπόδια που του παρουσιάστηκαν. Δεν γινόταν να καταπατήσει τον καινούριο νόμο, όμως μπορούσε, αν το ήθελε κι εκείνος, να γυρίσει πίσω μαζί του στην καθημερινότητά του και να τον βοηθήσει να κάνει κάτι θαρραλέο.

Ο Μπιμπίκος την κοίταξε με μάτια γεμάτα έκπληξη. «Πώς μπορεί να έρθει το νεραϊδάκι από το μαγικό κόσμο στον δικό μου», αναρωτήθηκε σιωπηλά. Και ένιωσε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη, όταν την άκουσε να του λέει με τη μελιά φωνή της:
«Μόνο ό,τι δεν θέλουμε δεν μπορούμε να κάνουμε! Όλα τα άλλα μπορούν να γίνουν και μάλιστα χωρίς δυσκολία, αρκεί να το πιστέψουμε. Και μην παραξενεύεσαι που μπορώ να διαβάζω τη σκέψη και να σου απαντώ. Είπαμε πως μόνο ό,τι δεν θέλουμε δεν γίνεται. Μπορώ να γίνω πολύ μικρή, τόσο δα μικρή και να μπω μέσα στην τσέπη της καρδιάς σου. Από εκεί θα μπορώ να βλέπω και να ακούω τα πάντα. Έτσι, όταν χρειάζεται, θα σου ψιθυρίζω και θα σε βοηθάω».

Ο μικρός, όταν άκουσε αυτά τα λόγια, χαμογέλασε ξανά και άφησε τα σύννεφα της λύπης να πετάξουν μακριά όμως μόνο για ένα λεπτό, γιατί πολύ γρήγορα ξανασυννέφιασε το προσωπάκι του.
«Ξέρεις, στο δικό μου κόσμο δεν είμαι όπως με βλέπεις εσύ τώρα», της είπε. «Είμαι ένας μπιμπίκος. Άχρωμος άοσμος και σχεδόν πάντα αόρατος».

Ακούγοντας αυτά τα λόγια το νεραϊδοκόριτσο του απάντησε:
«Έτσι βλέπεις εσύ τον εαυτό σου και γι’ αυτό σε βλέπουν και οι άλλοι έτσι. Εγώ, να ξέρεις, μπορώ να βλέπω με τα μάτια της καρδιάς και αυτό που αντικρίζω είναι πέρα για πέρα αληθινό. Ταυτόχρονα μιλάω μόνο με τη γλώσσα της καρδιάς, δηλαδή τη γλώσσα της αλήθειας, γι’ αυτό και η φωνή μου είναι μελιά. Και μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι το παιδί που έχω απέναντί μου μόνο μπιμπίκος δεν είναι.
Κι όποιος σε έκανε να πιστέψεις ότι είσαι μπιμπίκος, σε φοβόταν γιατί είσαι ξεχωριστός. Φοβόταν τα ταλέντα και τα χαρίσματά σου. Και αυτή την τεράστια αγάπη που έχεις στην καρδιά σου, με την οποία, αν την αφήσεις ελεύθερη, μπορείς να αγκαλιάσεις όλον τον κόσμο. Να τον κάνεις πολύχρωμο και χαμογελαστό όπως εκείνη».

Το χαμόγελο ξαναγύρισε στα χείλη του μικρού. Δεν την πίστευε απόλυτα, όμως του άρεσε που άκουγε τόσο ωραία λόγια για κείνον. Δεν θυμόταν άλλο πλάσμα να του έχει μιλήσει με τόση αγάπη και θαυμασμό όπως το νεραϊδάκι.

«Λοιπόν, πώς να σε φωνάζω;», τη ρώτησε με ενθουσιασμό. «Μήπως να σε λέω Τοσοδούλα, γιατί μπορείς να γίνεις τόσο δα μικρή;»
Το νεραϊδάκι χαμογελώντας του απάντησε. 
«Μην μπερδεύεσαι, μικρέ. Η τοσοδούλα ανήκει σε άλλο παραμύθι. Εμείς σήμερα γράφουμεένα καινούργιο. Μπορείς να με λες Ελπίδα! Άφησέ με τώρα να μπω στην τσέπη της καρδιάς σου και με το τρία άνοιξε τα μάτια για να γυρίσουμε μαζί στον κόσμο σου».

«Ένα, δύο, τρία» φώναξε ο Μπιμπίκος και άνοιξε τα μάτια. Ήταν πάλι στον καθημερινό του κόσμο. 
«Ελπίδα, είσαι εδώ;», ψιθύρισε και άκουσε τη μελιά φωνή να του λέει ότι από εδώ και πέρα θα βρίσκεται συνέχεια μαζί του.
«Τι θαρραλέο πράγμα θέλεις να κάνουμε;», τον ρώτησε το νεραϊδάκι.
«Δεν ξέρω», της απάντησε εκείνος. «Μήπως να πάω να δείρω εκείνο το μεγαλόσωμο παιδί που δίνει ξύλο αβέρτα σε οποιονδήποτε του λέει “όχι”;», αναρωτήθηκε ο μικρός σιωπηλά.
«Σιγά το θαρραλέο πράγμα», του ψιθύρισε πάλι η Ελπίδα. «Και να γίνεις το ίδιο ανεγκέφαλος μ’ αυτόν; Αν είναι να κάνεις κάτι θαρραλέο, τότε να κάνεις κάτι που χρειάζεται πραγματικά θάρρος.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, ξέρεις, ένα πράγμα αποφεύγουν να κάνουν. Να αντικρύσουν τον εαυτό τους όπως πραγματικά είναι. Συνηθίζουν να φοράνε μάσκες και να υποδύονται ρόλους σαν επαγγελματίες ηθοποιοί. Και οι πιο πολλοί προτιμάνε το ρόλο του καλού παιδιού που λέει πάντα «ναι», για να είναι αρεστοί σε όλους. Και στο τέλος ξεχνάνε ποιοι είναι αληθινά μέσα τους. Ξεχνάνε ακόμα και το πραγματικό τους όνομα.
Αν θέλεις να κάνεις κάτι θαρραλέο, τότε πρέπει να πας στη μαγική λίμνη. Στη λίμνη που σου καθρεφτίζει την αλήθεια σου. Που σε δείχνει όπως πραγματικά είσαι κι όχι όπως νομίζεις ότι είσαι.»

«Τη μαγική λίμνη; Πρώτη φορά την ακούω», σκέφτηκε ο μικρός. «Και πού είναι αυτή η λίμνη;», ρώτησε.
«Στην κορυφή του βουνού που βρίσκεται εκεί απέναντι», του απάντησε η Ελπίδα.

Μια λίμνη στην κορυφή του βουνού. Δεν είχε ακούσει πιο περίεργο πράγμα στη ζωή του ο Μπιμπίκος. Ξεκίνησαν όμως χωρίς να το σκεφτούν πολύ και οι δυο μαζί, για να πάνε στην κορυφή του βουνού. Ήτανε αρκετά μακριά και το βουνό ήταν δύσβατο. Βραχώδες και κακοτράχαλο. Δεν είχε μονοπάτια. Όμως ο μικρός αδιαμαρτύρητα άρχισε να το ανεβαίνει. Δεν ήθελε τίποτα να του σταθεί εμπόδιο στα ταξίδια του για τις «χώρες των κλεισμένων ματιών».

Τ’ αγκάθια τον αγκύλωναν και τα μικρά του χεράκια μάτωναν, καθώς σκαρφάλωνε στα κοφτερά βράχια. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ξέσπασε και μια ξαφνική μπόρα. Ο αέρας τον μαστίγωνε στο σώμα και η βροχή δεν τον άφηνε να δει καλά τις προεξοχές του βράχου από τις οποίες χρειαζόταν να γαντζωθεί για να σκαρφαλώσει. Σταμάτησε σε μια εσοχήγια να προστατευτεί κάπως από τη βροχή και για να ξεκουραστεί για λίγο. Όλο το σώμα του έτρεμε από το κρύο. Ούτε μια στιγμή όμως δεν σκέφτηκε τη φαινομενική ζεστασιά του σπιτιού του.
Όπως άπλωσε το χέρι για να κρατηθεί, έπιασε κάτι σκληρό που του έδινε την αίσθηση ότι ήταν σιδερένιο. Ήταν ένα μικρό ξίφος γεμάτο λάσπες, σκεπασμένο με βρύα. Το έβαλε στη ζώνη του, γιατί σκέφτηκε ότι ένα τέτοιο αντικείμενο μπορεί να του χρειαστεί εδώ, σ’ αυτό το αφιλόξενο μέρος. Με πολλή προσπάθεια συνέχισε να ανεβαίνει, όμως η λίμνη δεν φαινόταν πουθενά.

«Μετακινείται, η λίμνη μετακινείται!», του φώναξε η Ελπίδα. «Μόνο όταν είσαι έτοιμος θα παρουσιαστεί».
«Ελπίζω μέχρι τότε να είμαι και ζωντανός», είπε ο μικρός και πριν τελειώσει καλά-καλά τα λόγια του είδε μια τεράστια αρκούδα μπροστά του να μουγκρίζει και να δείχνει τα δυνατά της δόντια. Χωρίς να το καλοσκεφτεί, τράβηξε αμέσως το ξίφος από τη ζώνη του έτοιμος να την αντιμετωπίσει και είδε με έκπληξη την αρκούδα να πέφτει κάτω από τα γέλια. Γελούσε τόσο πολύ που έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια της.
«Γιατί γελάς;», τη ρώτησε θυμωμένος ο μικρός.
«Είσαι τόσο αστείος», του απάντησε εκείνη. «Ένας άνθρωπος μισοριξιά, μέσα στις λάσπες και τη βρώμα, με σκισμένα ρούχα, με ένα τεράστιο μαχαίρι στο χέρι, που κάνει μόνο για να σκαλίσω τα δόντια μου, και με την πιο αστεία έκφραση στο πρόσωπο που μοιάζει να λέει, “τι είναι αυτό που με βρήκε; Θεέ μου!” Αν έβλεπες τον εαυτό σου, σίγουρα θα έσκαγες κι εσύ στα γέλια».
Αυθόρμητα ο μικρός σχημάτισε την εικόνα του μέσα στο μυαλό του και άρχισε κι αυτός να γελάει δυνατά και να κυλιέται στο χώμα μαζί με την αρκούδα. Μόνο η Ελπίδα φτεροπετούσε ατσαλάκωτη γύρω τους.

Όταν ησύχασαν, η αρκούδα είπε στο θαρραλέο μικρό.
«Ήρθε η ώρα να πας στη λίμνη της αλήθειας. Βρίσκεται πάντα όπου βρίσκομαι κι εγώ. Είμαι η φύλακας της ιερής λίμνης. Σύμβολό μου είναι το μέλι που αντιπροσωπεύει τη γλυκύτητα της αλήθειας. Πέρασες όλες τις δοκιμασίες με επιτυχία και είσαι έτοιμος. Μόλις στρίψεις από αυτόν το βράχο, θα βρεθείς μπροστά στην ιερή λίμνη. Θα σταθείς στην άκρη της και θα καθρεφτιστείς στα νερά της. Μείνε σιωπηλός και άκου αυτά που θα ψιθυρίσει η λίμνη στην καρδιά σου. Πάρε και το ξίφος μαζί σου, όμως θα προχωρήσεις μόνος, χωρίς την Ελπίδα».

Ο μικρός προχώρησε προς το βράχο και μόλις έστριψε είδε μια λίμνη που ακτινοβολούσε, καθώς καθρεφτίζονταν μέσα της όλα τα χρώματα από τα πετράδια που είχε στο βυθό της. Δίστασε για λίγο ο τολμηρός μικρός πριν πάει να σταθεί στην άκρη της ιερής λίμνης. Δεν είναι και λίγο πράγμα να βλέπεις τον εαυτό σου όπως πραγματικά είναι. 

«Πόσο Μπιμπίκος είμαι άραγε;», αναρωτήθηκε και έκλεισε τα μάτια πριν κάνει το τελευταίο βήμα.
«Άνοιξε τα μάτια, μικρέ μου! Ήρθε η ώρα να δεις τον εαυτό σου!», ακούστηκε μια μελένια φωνή που θύμιζε τη φωνή της Ελπίδας.
«Τώρα θα κάνεις πίσω, που έφτασες στο τέλος; Πού ξέρεις; Ίσως αυτό που θα δεις να είναι μια ευχάριστη έκπληξη για σένα κι όχι απογοήτευση!».

Αφού πήρε μια βαθιά ανάσα, ο μικρός άνοιξε τα μάτια και έμεινε άφωνος να κοιτάζει με απορία και θαυμασμό. Ένας ζωηρός, δυνατός μικρός με σπινθηροβόλο βλέμμα και γεμάτος ζωντάνια καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης. Κρατούσε στα χέρια του ένα ξίφος που άστραφτε από καθαρότητα. Ασυναίσθητα γύρισε το βλέμμα του τριγύρω για να δει ποιος ήταν αυτός ο μικρός που μπορεί να ήταν δίπλα του και να καθρεφτιζόταν μέσα στη λίμνη.

«Μην ψάχνεις αυτόν τον υπέροχο μικρό έξω από σένα, αλλά δες τον, είναι μέσα σε σένα. Εσύ είσαι, ο ίδιος», ακούστηκε η ίδια μελένια φωνή να του λέει. 
«Μόνο κάποιος με δύναμη εσωτερική που θα ξεχείλιζε από την καρδιά του θα περνούσε όλες αυτές τις ταλαιπωρίες για να βρεθεί να στέκεται τώρα μπροστά μου. Και σίγουρα αυτός δεν είναι ένας μπιμπίκος αλλά ένας θαρραλέος άνθρωπος.
Είσαι έτοιμος να βουτήξεις στα νερά μου;», ρώτησε η λίμνη.

Ο μικρός έγνεψε καταφατικά και βούτηξε. Μια απίστευτη γαλήνη τον πλημμύρισε, καθώς ένιωσε το ζεστό νερό της λίμνης να αγγίζει το σώμα του. Όποια περιττή βρωμιά είχε πάνω του έφυγε μεμιάς. Όσο κολυμπούσε μαλάκωνε το σώμα του, μαλάκωνε το μυαλό του, μαλάκωνε κι η καρδιά του. Κι όσο πιο πολύ μαλάκωνε όλος, τόσο πιο δυνατός γινότανε εσωτερικά... Κι όσο πιο δυνατός γινότανε εσωτερικά τόσο πιο όμορφος και εντυπωσιακός γινότανε εξωτερικά. Γινότανε ένα πλάσμα που σίγουρα κανένας δεν μπορούσε να το βάλει στο περιθώριο. Δεν ήταν αόρατος πια. Ακτινοβολούσε χρώματα, χαρά, εμπιστοσύνη και αγάπη.
«Βρες το κατάλληλο πετράδι για το ξίφος σου. Διάλεξε ένα από όλα αυτά που υπάρχουν στο βυθό μου», είπε η λίμνη.
Αμέσως άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα πετράδια και αυτό που του τράβηξε την προσοχή ήταν ένας μικρός διάφανος κρύσταλλος που, όταν περνούσε το φως από μέσα του, αντανακλούσε όποιο χρώμα έβαζε ο μικρός στο μυαλό του. Ανέβηκε στην επιφάνεια του νερού και βγήκε έξω από αυτό. Έπλυνε με
το νερό της λίμνης το ξίφος του και ανακάλυψε όλη αυτή την ομορφιά και το φως που κρυβόταν πίσω από τις λάσπες.
«Βάλε τον κρύσταλλο στην κορυφή της λαβής του ξίφους και στάσου για άλλη μια φορά μπροστά μου», του είπε η λίμνη.

Ο μικρός αντίκρισε πάλι αυτό το υπέροχο πλάσμα, το γεμάτο ταλέντα που κρατούσε στα χέρια του το ξίφος. Καθώς τοποθετούσε τον κρύσταλλο στην κορυφή της λαβής, άκουσε για άλλη μια φορά τη λίμνη να του λέει:
«Ο κρύσταλλος που διάλεξες είναι ένας κρύσταλλος-θεραπευτής και θα σου δώσει τη δυνατότητα να θεραπεύεις τον πόνο και την ανημπόρια στους ανθρώπους γύρω σου. Μεγαλώνοντας θα γίνεις και εσύ ένας τόσο δυνατός θεραπευτής όσο και ο κρύσταλλός σου. Τώρα βάλε το ξίφος στο κέντρο του στήθους σου έχοντας την αρχή της λαβής μπροστά στο λαιμό και τον κρύσταλλο μπροστά στο κούτελό σου».
Μόλις το έκανε αυτό το παιδί, το ξίφος άρχισε να ακτινοβολεί και να λιώνει καθώς σιγά-σιγά έμπαινε μέσα του για να γίνει ένα με αυτό.
«Τώρα η δύναμη θα είναι για πάντα μαζί σου και δεν θα χρειάζεται να την ψάχνεις έξω από εσένα. Χρησιμοποίησε το ξίφος σου, τη δύναμή σου για το καλό!».
Αυτά είπε η λίμνη και χαμογέλασε, όταν άκουσε το μικρό να τη ρωτάει:
«Θα συνεχίσουν να με λένε Μπιμπίκο»;
«Ποτέ δεν σε έλεγαν Μπιμπίκο», απάντησε η λίμνη. «Δεν θυμάσαι το όνομά σου;».

Η αλήθεια είναι ότι ο μικρός δεν το θυμότανε. Είχαν τόσα πολλά χρόνια να τον φωνάξουν με το όνομά του που το είχε ξεχάσει.
«Δεν πειράζει», απάντησε η λίμνη. «Δώσε όποιο όνομα θέλεις εσύ στον εαυτό σου. Ένα όνομα που πραγματικά να σε εκφράζει. Να θυμάσαι όμως ότι γεννήθηκες για να σπείρεις την αγάπη...
Όταν φυτρώσουν τα φυτά της αγάπης γύρω σου και βγάλουν λουλούδια και καρπούς, εσύ θα τα μοιραστείς με όλους και θα γίνεις ο πιο πλούσιος
άνθρωπος στον κόσμο. Θα έχεις το πιο πολύτιμο αγαθό. Την Αγάπη».

Χαμογέλασε ευχαριστημένος ο μικρός και πριν προλάβει να ευχαριστήσει τη λίμνη, αυτή εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί της την αρκούδα και την Ελπίδα. Σίγουρα τώρα δεν τις χρειαζόταν. Μπορούσε να βασιστεί στις δικές του δυνάμεις.

Παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού συνειδητοποίησε ότι ήταν ευκολότερος απ’ ό,τι πριν. Τώρα μπορούσε να δει και μονοπάτια που ήταν ευκολοδιάβατα, λουλουδιασμένα και μυρωδάτα. Άρχισε κι αυτός ο κόσμος να έχει ομορφιά. Ίσως τώρα πια να μην χρειαζόταν να ταξιδεύει τόσο συχνά στις «χώρες των κλεισμένων ματιών».

Κατέβηκε λοιπόν γρήγορα το βουνό με βήμα χαμογελαστό κι ανάλαφρο. Είχε μια αποστολή τώρα πια. Ήταν ο «Γεννημένος για να Σπείρει την Αγάπη» και αυτό δεν θα του το στερούσε κανείς.

namaste
despoina palamari